«Μα εγώ είχα καλά παιδικά χρόνια!»
«Μα εγώ είχα καλά παιδικά χρόνια!»
Αυτό είναι ίσως ένα από τα πράγματα που ακούω πιο συχνά όταν μιλάμε για το Εσωτερικό Παιδί.
«Οι γονείς μου με αγαπούσαν.» «Δεν μου έλειψε τίποτα.» «Δεν είχαμε προβλήματα στο σπίτι.» «Μια χαρά παιδικά χρόνια είχα.»
Και μπορεί να είναι απολύτως αλήθεια. Οι γονείς σου μπορεί να σε αγαπούσαν πολύ, μπορεί να έκαναν πραγματικά ό,τι καλύτερο μπορούσαν. Μπορεί να είχες φαγητό, ασφάλεια, παιχνίδια, διακοπές, φροντίδα, ανθρώπους που ήταν εκεί. Και πάλι να υπήρξαν πράγματα που το παιδί που ήσουν χρειάστηκε να μάθει για να προσαρμοστεί. Γιατί δεν χρειάζεται να έχει συμβεί κάτι «τρομερό» για να αφήσει κάτι το αποτύπωμά του πάνω μας.
Μερικές φορές δεν έχει σημασία μόνο τι έγινε.
Έχει σημασία και τι κατάλαβε το παιδί από αυτό που έγινε. Ας πούμε ότι η μαμά σου ήταν πολύ αγχωμένη. Δεν σε κακοποίησε, δεν σε εγκατέλειψε, δεν ήταν «κακή μαμά». Ίσως όμως εσύ έμαθες πολύ γρήγορα να καταλαβαίνεις πότε ήταν κουρασμένη, πότε δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή να ζητήσεις κάτι, πότε έπρεπε να κάνεις λίγο στην άκρη. Και κάπου εκεί μπορεί να έμαθες: «Οι ανάγκες μου μπορούν να περιμένουν.» Ή μπορεί να είχες έναν γονιό που ήθελε πραγματικά το καλύτερο για σένα. Να διαβάζεις, να προσπαθείς, να πετύχεις, να μη χαραμίσεις τις δυνατότητές σου.
Μόνο που εσύ μπορεί να άκουσες: «Όταν τα καταφέρνω, αξίζω περισσότερο.» Και σήμερα; Σήμερα μπορεί να είσαι ένας ενήλικας που πετυχαίνει έναν στόχο και πριν προλάβει να τον χαρεί, έχει ήδη βάλει τον επόμενο. Γιατί κάπου μέσα του υπάρχει ακόμη εκείνο το: «Μπράβο. Και τώρα τι άλλο μπορείς να κάνεις;»
Ή μπορεί απλώς να άκουγες… «Μην κλαις.» «Δεν έγινε και τίποτα.» «Μη φοβάσαι.» «Σταμάτα να θυμώνεις.» «Εσύ είσαι μεγάλο παιδί.» «Κάνε λίγο υπομονή.» Φράσεις που πιθανότατα ειπώθηκαν χωρίς καμία πρόθεση να σε πληγώσουν. Και παρ’ όλα αυτά, ένα παιδί μπορεί μέσα από αυτές να μάθει: Η στενοχώρια μου είναι υπερβολική. Ο θυμός μου δημιουργεί πρόβλημα. Ο φόβος μου δεν έχει χώρο εδώ. Πρέπει να μπορώ να τα διαχειρίζομαι μόνος μου.
Και μετά μεγαλώνει. Και γίνεται ένας ενήλικας που δυσκολεύεται να κλάψει μπροστά σε άλλους, που λέει «δεν πειράζει» ενώ πειράζει, που δεν ζητάει βοήθεια γιατί «θα το βρω», που νιώθει θυμό και αμέσως αισθάνεται ενοχή που θύμωσε, και που πολλές φορές δεν ξέρει καν τι χρειάζεται. Όχι επειδή δεν έχει ανάγκες. Αλλά επειδή έγινε πάρα πολύ καλός στο να μην τις ακούει.
Κάπου εδώ συνήθως έρχεται η ενοχή!
Γιατί όταν αρχίζουμε να κοιτάμε αυτά τα πράγματα, υπάρχει μια πολύ συνηθισμένη σκέψη: «Δηλαδή τώρα θα κατηγορήσω τους γονείς μου για όλα;» Όχι. Και προσωπικά, δεν θεωρώ ότι αυτός είναι ο στόχος αυτής της δουλειάς. Δεν ψάχνουμε ποιος φταίει. Ψάχνουμε τι έγινε. Υπάρχει μεγάλη διαφορά. Μπορώ να αναγνωρίσω ότι η μητέρα μου με αγαπούσε και ότι κάτι μου έλειψε. Μπορώ να ξέρω ότι ο πατέρας μου έκανε ό,τι μπορούσε και να δω ότι κάτι που συνέβαινε μεταξύ μας με επηρέασε. Μπορώ να έχω όμορφες παιδικές αναμνήσεις και να αναγνωρίζω ότι κάποια πράγματα με δυσκόλεψαν. Το ένα δεν ακυρώνει το άλλο, δεν χρειάζεται να κάνουμε τους γονείς μας «κακούς» για να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να πει: «Αυτό για μένα ήταν δύσκολο.»
Γιατί και οι γονείς μας κάπου έμαθαν να είναι όπως ήταν
Αυτό είναι ένα κομμάτι που για μένα έχει ιδιαίτερη σημασία. Ο γονιός που δεν ήξερε να αγκαλιάζει, από πού έμαθε να μην αγκαλιάζει; Ο γονιός που δεν άντεχε το κλάμα, τι συνέβαινε όταν έκλαιγε ο ίδιος ως παιδί; Εκείνος που απαιτούσε να είσαι δυνατός, πότε έμαθε ότι δεν υπάρχει χώρος για αδυναμία; Εκείνος που έλεγε «τι θα πει ο κόσμος;», πόσο σημαντικό ήταν στη δική του οικογένεια το τι θα πει ο κόσμος; Και ξαφνικά η ιστορία δεν ξεκινάει μόνο από εμάς. Πηγαίνει λίγο πιο πίσω. Και λίγο πιο πίσω. Και αρχίζουμε να βλέπουμε ότι πολλές φορές οι άνθρωποι δίνουν στα παιδιά τους αυτό που έμαθαν ότι είναι αγάπη. Μερικές φορές αυτό μας φτάνει, μερικές φορές όχι. Και μπορούμε να αναγνωρίσουμε και τα δύο.
Το θέμα λοιπόν δεν είναι αν είχες «καλά» ή «κακά» παιδικά χρόνια
Δεν νομίζω ότι χρειάζεται καν να τα βάλουμε σε μία από αυτές τις δύο κατηγορίες. Πιο χρήσιμο είναι να αναρωτηθούμε: Πώς ήταν να είμαι εγώ μέσα σε εκείνη την οικογένεια; Τι επιτρεπόταν; Τι δεν επιτρεπόταν; Ποιος έπρεπε να είμαι για να ανήκω; Τι έκανα όταν φοβόμουν; Πού πήγαινα όταν στενοχωριόμουν; Μπορούσα να θυμώσω; Μπορούσα να πω όχι; Μπορούσα να αποτύχω; Μπορούσα απλώς να είμαι παιδί; Και κυρίως: Τι από όλα αυτά συνεχίζω να κάνω σήμερα, παρόλο που δεν το χρειάζομαι πια; Γιατί εκεί βρίσκεται για μένα η ουσία. Δεν μπορούμε να αλλάξουμε αυτό που συνέβη. Μπορούμε όμως να αναγνωρίσουμε τι μάθαμε μέσα από αυτό. Και όταν κάτι που μέχρι χθες έμοιαζε απλώς με «έτσι είμαι εγώ» αρχίζει να γίνεται: «Α, περίμενε. Κάποτε έμαθα να είμαι έτσι.» τότε εμφανίζεται και μια καινούργια δυνατότητα. Ίσως δεν είμαι υποχρεωμένος να παραμείνω έτσι.
Μια ερώτηση μέχρι την επόμενη φορά
Αυτή την εβδομάδα, αντί να ψάξεις τι «κακό» συνέβη στα παιδικά σου χρόνια, δοκίμασε κάτι διαφορετικό. Σκέψου το σπίτι στο οποίο μεγάλωσες και συμπλήρωσε αυθόρμητα: «Στην οικογένειά μου, για να είμαι καλό παιδί έπρεπε να…» Μην ψάξεις τη σωστή απάντηση, δες απλώς τι θα έρθει πρώτο. Να μη φωνάζω; Να βοηθάω; Να τα καταφέρνω; Να μην ενοχλώ; Να είμαι δυνατός; Να φροντίζω τους άλλους; Να είμαι χαρούμενος; Να κάνω περήφανους τους γονείς μου; Και μετά κάνε στον εαυτό σου τη γνωστή πλέον ερώτηση: Πόσο από αυτό συνεχίζω να κάνω σήμερα;
Στο επόμενο άρθρο, θα αφήσουμε λίγο το παρελθόν kαι θα δούμε κάτι πολύ πιο διασκεδαστικό — ή ενοχλητικό, αναλόγως πώς θα το πάρεις. 😅
Πώς καταλαβαίνεις ότι αυτή τη στιγμή δεν αντιδρά μόνο ο ενήλικας που είσαι σήμερα, αλλά και το παιδί που κάποτε ήσουν;
